| «Έστησ΄ ο Έρωτας χορό με τον
ξανθό Απρίλη, |
| κ' η φύσις ηύρε την καλή και την
γλυκειά της ώρα, |
| και μες τη σκιά, που φούντωσε
και κλει δροσιές και μόσχους , |
| ανάκουστος κιλαϊδισμός και
λιποθιμισμένος . |
| Νερά καθάρια και γλυκά, νερά
χαριτωμένα, |
| χύνονται μες την άβυσσο τη
μοσχοβολισμένη, |
| και πέρνουνε το μόσχο της, και
αφίνουν τη δροσιά τους, |
| κι' ούλα στον ήλιο δείχνοντας
τα πλούτια της πηγής τους, |
| τρέχουν εδώ, τρέχουν εκεί, και
κάνουν σαν αηδόνια |